ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΗ
Δικηγοροι στο Πρωτοδικείο Σύρου και στο Εφετείο Αιγαίου
Επιστροφή στην πρώτη σελίδα

[Δημοσιευμένο στην εφημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Σύρου «Παρέμβαση», αρ. 83, Μάιος–Ιούνιος 2003, σ. 2]



Η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου και η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ιωάννης Π. κατά Ελλάδος



Ι. Μετάφραση αποσπάσματος απόφασης IOANNIS P. v. GREECE

(ΕΔΔΑ, Πρώτο τμήμα, 9 Ιανουαρίου 2003, Αρ. Προσφυγής 52848/99)*

[ΔΙΚΑΣΤΕΣ: F. TULKENS (Προεδρεύων), C.L. ROZAKIS, G. BONELLO, N. VAJIĆ, S. BOTOUCHAROVA, A. KOVLER, E. STEINER.]

«          ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

8. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1947 και ζει στην Αθήνα.

9. Στις 16 Ιουλίου 1998 ο προσφεύγων  συνελήφθηκε  flagrante delicto (επ’αυτοφόρω) για την είσοδο χωρίς προηγούμενη έγκριση στο χειρουργείο του νοσοκομείου όπου εργαζόταν. Κρατήθηκε για μια ημέρα.

10. Στις 17 Ιουλίου 1998 το Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε τον προσφεύγοντα ένοχο και τον καταδίκασε σε έξι μήνες φυλάκιση. Την ίδια μέρα ο προσφεύγων  άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής. Η έφεσή του έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η δικάσιμος ορίστηκε για τις 16 Σεπτεμβρίου 2002.

ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ

Ι. Η ΥΠΟΤΙΘΕΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

11. Ο προσφεύγων  παραπονείται ότι η διάρκεια της διαδικασίας έχει υπερβεί τη λογική προθεσμία κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης , η οποία αναφέρει ότι:

«Παν πρόσωπον  έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή … εντός λογικής προθεσμίας  υπό … δικαστηρίου … το οποίον θα αποφασίση … επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως

12. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν μπορεί να ασκηθεί κριτική για τη διάρκεια της διαδικασίας.

Α. Περίοδος που λαμβάνεται υπόψη

13. Το δικαστήριο σημειώνει ότι η διαδικασία άρχισε στις 16 Ιουλίου 1998 όταν συλλήφθηκε ο προσφεύγων και είναι ακόμα εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Έχει επομένως διαρκέσει  μέχρι τώρα περισσότερο από τέσσερα έτη και τέσσερις μήνες για δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Β. Το εύλογο της διάρκειας της διαδικασίας

14. Το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το εύλογο της διάρκειας της διαδικασίας πρέπει να αξιολογηθεί λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και με τη βοήθεια των ακόλουθων κριτηρίων: την πολυπλοκότητα της περίπτωσης, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τη συμπεριφορά των αρχών που εξετάζουν την περίπτωση και τη σημασία για τον προσφεύγοντα του αντικειμένου της δίκης (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Gast and Popp v. Germany, αριθ. 29357/95, § 70, ECHR 2000-ΙΙ).

15. Το δικαστήριο σημειώνει ότι η υπόθεση δεν ήταν ιδιαίτερα σύνθετη και ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος δεν προκάλεσε οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία.

16. Όσον αφορά στη συμπεριφορά των εθνικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η κυβέρνηση δεν έχει παράσχει κάποια πειστική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, όπου η υπόθεση είναι εκκρεμής από τις 17 Ιουλίου 1998.

17. Το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, όπως έχει επανειλημμένα κρίνει, το άρθρο 6 § 1 επιβάλλει στα Συμβαλλόμενα Κράτη την υποχρέωση να οργανωθούν τα δικαστικά συστήματά τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα δικαστήριά τους να μπορούν να καλύψουν κάθε μια από τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης να εξετάσουν τις υποθέσεις μέσα σε εύλογο χρόνο (Gast and Popp v. Germany, op. cit., § 75).

18. Το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υποχρέωση  για απονομή δικαιοσύνης εντός  «λογικής προθεσμίας» δεν έχει  εκπληρωθεί. Κατά συνέπεια έχει παραβιαστεί το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης . […]

22. Το δικαστήριο αποδέχεται ότι ο προσφεύγων υπέστη ηθική βλάβη ως αποτέλεσμα της διάρκειας της διαδικασίας. Αποφασίζει, σε δίκαιη βάση, να επιδικάσει στον προσφεύγοντα 4.000 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη.»

ΙΙ. ΣΧΟΛΙΑ

Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ιωάννης Π. κατά Ελλάδος, αποτελεί τη συνέχεια δυστυχώς μιας πάγιας καταδικαστικής νομολογίας του δικαστηρίου του Στρασβούργου για την Ελλάδα εξαιτίας της αδικαιολόγητης – μη εύλογης – βραδύτητας απονομής της δικαιοσύνης, ποινικής, αστικής όσο και της διοικητικής.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση διαφαίνεται η τάση της νομολογίας του Δικαστηρίου, να γίνεται όλο και πιο αυστηρή η ερμηνεία του εύλογου χρόνου στον οποίο πρέπει να αποφανθούν τα ποινικά δικαστήρια. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η πάροδος τεσσάρων ετών και τεσσάρων μηνών για την περαίωση της συγκεκριμένης ποινικής υποθέσεως σε δύο βαθμούς από το Πλημμελειοδικείο Αθηνών και το Εφετείο Αθηνών, είναι πέραν του ευλόγου χρόνου μέσα στον οποίο είναι υποχρεωμένα τα εθνικά δικαστήρια να αποφαίνονται βάσει του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.

 Όμως, είναι εμπειρικά γνωστό σε όσους ασχολούνται με ποινικές υποθέσεις στην Ελλάδα ότι χρόνος 4,5 ετών για την κρίση ποινικής υποθέσεως σε δύο βαθμούς είναι σύνηθες, ακόμη και για Δικαστήρια της επαρχίας, όπως αυτά της περιφερείας του Εφετείου Αιγαίου, που δεν έχουν τόσο φόρτο εργασίας όσο αυτά της πρωτεύουσας. Έτσι, αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα ότι η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα πάσχει από δομική δυσλειτουργία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, βέβαια, ότι η κρίση του Δικαστηρίου είναι in concreto και δεν τίθεται γενικό μέτρο χρόνου, όπως επίσης ότι πάμπολλες ποινικές υποθέσεις φθάνουν να δικαστούν για διάφορους λόγους και μετά από 5, 6 , 7 ή και 8 χρόνια, εγγίζοντας τα όρια της παραγραφής ή και παραγραφόμενες, ιδιαίτερα αν ασκηθεί και το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Έτσι έχουμε από τη μια αποφυγή ποινής για παραβάτες και από την άλλη να ταλαιπωρούνται επί πολλά χρόνια αθώοι, φέροντες ίσως και το στίγμα μιας πρωτόδικης καταδίκης που την αρνούνται, με όποιες συνέπειες μπορεί να έχει αυτό στη ζωή τους. Και οι δύο περιπτώσεις συνδέονται με παραβάσεις βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προστατεύονται. Η Ελλάδα δεν δικαιούται να μένει συνέχεια πίσω.

Ι-Ι. Γ. Παραδείσης





* Μετάφραση από τα αγγλικά, παραλείπεται το διαδικαστικό μέρος και το διατακτικό της απόφασης. Επίσης το επώνυμο του προσφεύγοντος έχει παραληφθεί σύμφωνα με πάγια πρακτική στην Ελλάδα, παρότι οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δημοσιεύονται στην Ευρώπη εμπεριέχοντας τα πλήρη ονόματα των διαδίκων. Το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης υπάρχει στην ιστοδιεύθυνση http://hudoc.echr.coe.int